Σάββατο 5 Απριλίου 2025

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 4 Απριλίου 2025]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

oikonomouyorgos.blospot.com

 

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚH ΓΙΑ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΚΑΙ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

 

Η σημερινή πολιτική κατάσταση είναι αρκετά δύσκολη, ίσως από τις κρισιμότερες στο ελληνικό πολιτικό σύστημα μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Ο κύριος παράγοντας της κρίσης πρέπει να αναζητηθεί στην αλαζονική εξαετή διακυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη, μια συμμαχία Δεξιάς και Ακροδεξιάς, που κατάφερε να επικρατήσει με ανορθόδοξους αυταρχικούς τρόπους, με δημαγωγία και μεγάλα ασύστολα ψεύδη. Έχει καταφέρει έτσι να αλώσει όλον τον κρατικό μηχανισμό και τους κρατικούς θεσμούς, ώστε αυτοί να εργάζονται προς όφελός της και να παραπλανούν την κοινωνία με την πρωτοφανή προπαγάνδα γκεμπελικού τύπου. Αλλά και ιδιωτικοί θεσμοί εξαγορασμένοι από την κυβέρνηση όπως τα ιδιωτικά ΜΜΕ, εφημερίδες και κανάλια, συνεισέφεραν δεόντως στο αυταρχικό έργο της κυβέρνησης λειτουργώντας ως φερέφωνά της και δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό ακόμα και όταν αυτή ενεργεί αντισυνταγματικά.

Η πρόθεση του Μητσοτάκη να κυριαρχήσει παντού και να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του φάνηκε από την αρχή της θητείας του με τις τηλεφωνικές υποκλοπές από την ΚΥΠ, οι οποίες  έγιναν υπό την αιγίδα του ίδιου και φαίνεται ότι τον έχουν εφοδιάσει με στοιχεία ικανά για να εκβιάζει και να εκφοβίζει τους αντιπολιτευόμενους, τους αντιπάλους και γενικώς κάθε επίδοξο αμφισβητία της δεξιάς μονοκρατορίας. Αιχμή της αυταρχικής κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί η φιλοχουντική ακροδεξιά (Βορίδης, Γεωργιάδης, Πλεύρης).

Από την άλλη, η κυβέρνηση έχει επιβάλλει αστυνομοκρατία προσπαθώντας να τρομοκρατήσει τους διαμαρτυρόμενους, διαλύοντας αυθαιρέτως και βιαίως κάθε ειρηνική διαδήλωση με κακοποιήσεις ατόμων, τραυματισμούς, βάναυσες συλλήψεις και ατιμωρησία των βιαιοπραγούντων αστυνομικών. Ταυτοχρόνως εκ μέρους των κυβερνητικών οργάνων έχουμε πρωτοφανείς διοικητικές, πειθαρχικές διώξεις συνδικαλιστών, κυρίως εκπαιδευτικών, που απειλούνται με δυνητική αργία. Εκ παραλλήλου οι κρατικοί θεσμοί δεν υπερασπίζονται την ελεύθερη έκφραση από τις επιθέσεις θρησκόληπτων, εθνικιστών και ακροδεξιών σε μειονότητες, καλλιτεχνικές εκθέσεις, θέατρα και σάτιρες. Διακυβεύονται δηλαδή βασικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Ωστόσο, η δικαστική εξουσία αποδείχθηκε ανίκανη να τις προστατεύσει, αναδεικνυόμενη έτσι σε βασικό παράγοντα ανομίας και ανωμαλίας. Να σημειωθεί  ότι αυτή είναι ο άλλος πυλώνας του συστήματος, που με διορισμένη ηγεσία από την κυβέρνηση, έχει καταντήσει βραχίονας της κυβερνητικής εξουσίας και το περιβόητο «κράτος δικαίου» είναι ανύπαρκτο με συνέπεια να μην αποδίδεται δικαιοσύνη στις μεγάλες πολιτικές και οικονομικές υποθέσεις (Siemens, Novartis, τηλεφωνικές υποκλοπές, 650 πνιγμένοι στην Πύλο, Τέμπη), ούτε επίσης σε μεγάλα εγκλήματα του κοινού δικαίου (υπόθεση του βιαστή Λιγνάδη, γενικευμένη διαφθορά σε κρατικούς θεσμούς και τοπική διοίκηση). Η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να αποτελέσει λύση στο πρόβλημα, αποτελεί μέρος του προβλήματος.

Σε αυτές τις αυθαιρεσίες και τους αυταρχισμούς συντελεί ένα μεγάλο μειονέκτημα του νεοελληνικού κοινοβουλευτισμού, το γεγονός ότι οι κυβερνώντες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του κοινού δικαίου και των δικαστηρίων αφού προστατεύονται από την υπουργική ασυλία που τους εξασφαλίζει απουσία ελέγχου και τιμωρίας. Η εξαίρεση των κυβερνώντων από τον κοινό νόμο είναι χαρακτηριστικό των απολυταρχικών καθεστώτων. Στο θεοκρατικό μοναρχικό Βυζάντιο λ.χ. ίσχυαν οι κανόνες: «Ο βσιλεύς τοις νόμοις ουχ υπόκειται» και «όπερ αρέσει τω βασιλεί νόμος εστίν». Έχει αποδειχθεί όμως ότι κάθε εξουσία διαφθείρει, και η απόλυτη διαφθείρει απόλυτα. Εδώ βρισκόμαστε.

Όλα τα ανωτέρω συνιστούν σοβαρές θεσμικές εκτροπές του κοινοβουλευτισμού και δεν έχουν καμία σχέση με δημοκρατικό πολίτευμα. Το λυπηρό είναι ότι διανοούμενοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι εξακολουθούν να αποκαλούν δημοκρατία αυτό το σύστημα του ενός ανδρός της οικογενειακής δυναστείας!

Ταυτοχρόνως η κυβέρνηση έχει υπονομεύσει συστηματικά τους δημόσιους κοινωφελείς οργανισμούς αποβλέποντας προφανώς στην ιδιωτικοποίησή τους, όπως έγινε στον ΟΣΕ και στη ΔΕΗ. Πράγματι, το ΕΣΥ, η δημόσια εκπαίδευση, το νερό, τα ΕΛΤΑ   και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες κινδυνεύουν να γίνουν ιδιωτικό εμπόρευμα στον βωμό των κερδών του νεοφιλελευθερισμού, αφού απαξιώνονται ποικιλοτρόπως από την κυβέρνηση, υποστελεχώνονται και υποχρηματοδοτούνται. Αυτό θα έχει ολέθρια αποτελέσματα, πράγμα το οποίο συμπεραίνουμε από τα αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης στους δύο τομείς του ΟΣΕ και της ΔΕΗ: η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που δεν έχει (ασφαλή) σιδηρόδρομο και είναι η ακριβότερη χώρα στον τομέα της ενέργειας, παρανάλωμα στις ιδιωτικές ανεξέλεγκτες εταιρείες.

Αυτό το αντιδημοκρατικό, αντιλαϊκό, αυταρχικό καθεστώς έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα, και δεν μπορεί να βελτιωθεί από μόνο του. Συνεπώς πρέπει να αλλάξει ουσιαστικά, δηλαδή η πολιτειακή δομή μαζί με τους θεσμούς και το Σύνταγμα που την υποστηρίζουν. Το επιχείρημα ότι πρέπει να αλλάξει ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι η ίδια δομή υπήρχε και πριν, και οδήγησε στην οικονομική χρεοκοπία το 2010. Τότε όμως δεν αντιμετωπίσθηκαν οι δομικές αδυναμίες, διότι δόθηκε προτεραιότητα στο οικονομικό σκέλος και στην προσπάθεια εξόδου από τα δυσβάστακτα μνημόνια που γονάτισαν κοινωνία και οικονομία. Πέρασαν όμως από τότε δεκαπέντε έτη και ουδεμία ουσιαστική θεσμική και συνταγματική αλλαγή έγινε. Εάν δεν γίνουν και τώρα οι αναγκαίες αλλαγές, το μέλλον προοιωνίζεται ολέθριο με μεγαλύτερες θεσμικές και συνταγματικές εκτροπές. Στα αδιέξοδα και στην αποτυχία του κοινοβουλευτισμού μία είναι η λύση: δημοκρατία, δηλαδή συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας.               

Δυστυχώς οι στόχοι αυτοί δεν αποτελούν διεκδικήσεις ούτε από το πολιτικό σύστημα ούτε από την κοινωνία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης Κέντρο, Αριστερά και ΚΚΕ δεν έχουν τις δυνάμεις, τις ικανότητες και την θέληση να δουν την πραγματικότητα και μένουν εγκλωβισμένα στην στείρα αντιπολίτευση, στις ιδεολογικές και δογματικές φαντασιώσεις τους. Γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική απογοήτευση και δυσπιστία απέναντι στα κόμματα που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, ενώ ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού απέχει από τις εκλογές ή στρέφεται προς την άκρα δεξιά έχοντας ταυτοχρόνως χάσει (δικαίως) την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς. Και εδώ μπορεί κανείς να αναζητήσει τις ευθύνες της κοινωνίας, αφού  η αποτυχία και η παρακμή του πολιτικού συστήματος οφείλονται εν μέρει και στην μακρόχρονη πολιτική αδιαφορία και απάθεια της κοινωνίας για τα πολιτικά.

Οι τελευταίες όμως πρωτοφανείς και μεγαλειώδεις διαδηλώσεις για το έγκλημα των Τεμπών (26 Ιανουαρίου και 28 Φεβρουαρίου) σε όλη την Ελλάδα έδειξαν ότι η κοινωνία έχει αρχίσει να αφυπνίζεται και να εκδηλώνει την αντίθεσή της. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η αντίθεση. Εάν οδηγήσει μόνο σε κυβερνητική αλλαγή χωρίς ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, τότε θα διατηρηθούν και θα αναπαραχθούν τα αδιέξοδα του συστήματος. Αυτό έγινε στην κρίσιμη επίσης περίοδο της χρεοκοπίας με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση που δεν προέβη σε κάποια ουσιαστική θεσμική αλλαγή, διαψεύδοντας ελπίδες και σκορπώντας απογοήτευση. Για να οδηγήσει σε δημοκρατικές κατευθύνσεις η διαμορφωνόμενη πολιτική αντίθεση θα πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη από τα αποτυχημένα κόμματα, να συγκροτήσει κατάλληλες προτάσεις και συγκεκριμένους στόχους για θεσμικές αλλαγές. Πρότεινα κάποιες στο κείμενό μου «Δικαστική εξουσία χωρίς δικαιοσύνη» (εφσυν, 21/2/2025).

 

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 21  Φεβρουαρίου 2025]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

 

          Οι τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της δικαστικής και της κυβερνητικής εξουσίας, με αφορμή σημαντικά εγκληματικά γεγονότα (τηλεφωνικές υποκλοπές, Τέμπη, νεκροί στην Πύλο) ξαναθέτουν επιτακτικά στο κέντρο των συζητήσεων το μέγιστο πρόβλημα της  δικαιοσύνης. Η απουσία δικαιοσύνης και μια σειρά από άλυτα θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα που η κυβερνητική, η δικαστική και η νομοθετική εξουσία δεν επιθυμούν και δεν είναι ικανές να λύσουν έχουν οδηγήσει στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση και έχουν δημιουργήσει ένα τοξικό κλίμα, με υπεύθυνες τις πιο πάνω εξουσίες, δηλαδή το σύνολο των θεσμών που συγκροτούν το πολιτικό σύστημα.

            Η αίσθηση που επικρατεί σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι ότι οι θεσμοί έχουν ευτελισθεί πολύ και ότι για τα μεγάλα εγκλήματα που έχουν γίνει από την πλευρά του κράτους άμεσα υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία επί πλέον προσπαθεί με κάθε τρόπο να τα συγκαλύψει. Εδώ εκδηλώνεται το κοινό περί δικαίου αίσθημα από το οποίο βρίσκεται  μακράν η δικαστική εξουσία, η οποία αδιαφορεί παντελώς για την εφαρμογή της δικαιοσύνης. Πράγματι, ενώ είναι εμφανές  ότι η κυβέρνηση ενέχεται σε αυτά τα εγκλήματα η δικαστική εξουσία έχει γίνει θεραπαινίδα της κυβέρνησης και συμβάλλει ουσιαστικά στην συγκάλυψη με ένα σύνολο ενεργειών που απάδει με τον υποτιθέμενο σκοπό της, την απονομή δικαιοσύνης.

Και εδώ πρέπει να διευκρινισθεί ότι άλλο πράγμα είναι η δικαστική εξουσία και άλλο η δικαιοσύνη. Αυτό αποδεικνύεται τις τελευταίες  δεκαετίες που η δικαστική εξουσία όχι μόνο δεν αποδίδει δικαιοσύνη αλλά την εμποδίζει με ποικίλους τρόπους. Είναι συνεπώς λανθασμένη η χρήση του όρου «δικαιοσύνη» όταν πρόκειται να αναφερθεί απλώς η δικαστική εξουσία, όπως γίνεται τελευταίως παντού, σε τηλεοράσεις, εφημερίδες, από πολιτικούς, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, διανοουμένους, δεξιούς, κεντρώους, αριστερούς. Η σύγχυση αυτή, σκόπιμη ή ανεπίγνωστη, διαδίδει μια ασαφή έννοια με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει δικαιοσύνη. Η αλήθεια όμως είναι ότι υπάρχει Δικαστική εξουσία, αλλά όχι δικαιοσύνη.

            Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος της δικαστικής εξουσίας αποτελεί και η Βουλή για τις περιπτώσεις ευθύνης βουλευτών και υπουργών. Αλλά όπως έχει αποδειχθεί τις τελευταίες δεκαετίες ούτε αυτή μπορεί, ούτε θέλει να αποδώσει δικαιοσύνη. Κραυγαλέα παραδείγματα οι περιβόητες «εξεταστικές» και «προανακριτικές» επιτροπές της Βουλής, οι οποίες δεν εξυπηρετούν τίποτε άλλο παρά την συγκάλυψη των ενόχων και την κοροϊδία της κοινωνίας. Ουδεμία από αυτές τις επιτροπές διαλεύκανε κάποια υπόθεση για να δικασθούν οι ένοχοι υπουργοί (βλ. Siemens, Novartis). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία «εξεταστική» επιτροπή για το έγκλημα των Τεμπών με τον απαράδεκτο δεξιό πρόεδρό της να θέλει εμφανώς να κλείσει βιαστικά την υπόθεση προς όφελος της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Δεν είναι δύσκολο να εικάσει κάποιος ότι την ίδια τύχη θα έχει και η προαναγγελθείσα προανακριτική για τα Τέμπη.

            Οι κυβερνητικοί και δικαστικοί χειρισμοί στην υπόθεση των Τεμπών εμπεριέχουν τρία συνδεόμενα εγκλήματα. Πρώτον, αυτήν την ίδια την μετωπική σύγκρουση των δύο τρένων με τους 57 νεκρούς, τους πολλούς τραυματίες και το μυστηριώδες επικίνδυνο φορτίο της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Δεύτερον, την προσπάθεια συγκάλυψης των αιτίων και των ενόχων και τρίτον, τον ανάλγητο κυνικό εμπαιγμό των συγγενών των θυμάτων επί δύο έτη! Τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένοχοι δεν είναι μόνο ο Τριαντόπουλος και ο Καραμανλής, είναι το ίδιο το Μαξίμου. Άλλωστε το Μαξίμου ήταν επίσης ο οργανωτής και ενορχηστρωτής και στην υπόθεση των υποκλοπών, η οποία συγκαλύφθηκε με την βοήθεια της δικαστικής εξουσίας (Άρειος Πάγος).      

            Πώς φθάσαμε σε αυτή την παρακμιακή κατάσταση; Το πολιτικό σύστημα όπως έχει διαμορφωθεί, επιτρέπει στην κυβέρνηση του Μητσοτάκη να ελέγχει όλους τους νευραλγικούς τομείς του κρατικού και μη μηχανισμού: την δικαστική εξουσία, την νομοθετική (αφού έχει την πλειοψηφία στη Βουλή), την εκτελεστική, τα κρατικά ΜΜΕ και τα ιδιωτικά ΜΜΕ (με την εξαγορά τους από τον Πέτσα), την αστυνομία, το λιμενικό, την προεδρία της χώρας (με τον αμφιλεγόμενο Τασούλα), τον ευρωπαίο επίτροπο Μεταφορών (Τζιτζικώστα) και έχει αγαστές σχέσεις με την κρατικοποιημένη και πάντοτε δεξιοφέρνουσα Εκκλησία. Είναι εμφανές ότι στο σύστημα αυτό η ανεξαρτησία των εξουσιών δεν υπάρχει, ούτε η αρχή της πλειοψηφίας αφού κυβερνά το 41% και ο κοινοβουλευτισμός  υφίσταται μόνο κατ’ όνομα, ενώ στην ουσία πρόκειται για αιρετή μοναρχία, διότι ο Μητσοτάκης δεν ελέγχεται από κανένα όργανο ούτε λογοδοτεί σε κάποιο, είναι ο απόλυτος μονάρχης με αλαζονικές και επεκτατικές διαθέσεις, αδίστακτος για κάθε αυταρχισμό και συνταγματική εκτροπή όπως έδειξε και η παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και η αποδυνάμωση όλων των ανεξάρτητων αρχών - ένας μελλοντικός Βοναπάρτης. Εν ολίγοις μπορεί να γίνει λόγος για μεγάλη κρίση και απαξίωση των θεσμών που οδηγεί στην πολτοποίησή τους, ματαιώνοντας κάθε φιλελεύθερο χαρακτηριστικό της δεξιάς παράταξης.

Βασική αρχή του Διαφωτισμού για την συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας, όπως εκφράσθηκε στα βασικά κείμενα των φιλελεύθερων φιλοσόφων και των επαναστάσεων, ήταν η δικαιοσύνη. Ο Καντ λ.χ. αναφέρει ως θεμελιώδη αρχή του δικαίου το Fiat justitia, pereat mundus, το οποίο ερμηνεύει ως: «Ας επικρατήσει δικαιοσύνη και ας χαθούν όλοι οι απατεώνες της γης». Θα τολμούσαμε να το διορθώσουμε σε: Να επικρατήσει δικαιοσύνη για να χαθούν όλοι οι απατεώνες. Αυτή είναι η γενική απαίτηση. Αυτό απαιτούν οι συγγενείς των αδικοχαμένων νέων και μαζί τους όλη η κοινωνία, εκτός ίσως των δεξιών. Δικαιοσύνη όμως δεν μπορεί να αποδοθεί από την υπάρχουσα κυβέρνηση, την υπάρχουσα δικαστική εξουσία και το υπάρχον πολιτικό σύστημα.    

Πρέπει λοιπόν να αλλάξουν πολλά. Άμεση προτεραιότητα είναι να φύγει η κυβέρνηση αυτή και οι ανώτατοι διαπλεκόμενοι δικαστικοί του Αρείου Πάγου, η δε κοινωνία να αναδείξει πολιτικές δυνάμεις για μια εκ βάθρων αλλαγή του πολιτικού συστήματος και εξυγίανση του πολιτικού και δικαστικού βίου. Οι συνταγματικές και θεσμικές αλλαγές, που έπρεπε να είχαν γίνει ήδη από το 2011 μετά την χρεοκοπία της χώρας η οποία απέδειξε την ανικανότητα και αποτυχία του πολιτικού συστήματος, επιβάλλεται να γίνουν τώρα επειγόντως. Το πολιτικό σύστημα όπως οργανώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες απέτυχε σε βασικά ζητήματα, εξεμέτρησε το ζην. Είναι καιρός πια να αποδυναμωθεί αυτό το εξαμβλωματικό ολιγαρχικό σύστημα διακυβέρνησης και η κοινωνία να συμμετάσχει στις αποφάσεις και στον έλεγχο της εξουσίας. Κάποιες βασικές θεσμικές αλλαγές μπορεί να είναι οι εξής:  

--Ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας από την κυβερνητική

και την νομοθετική, αναδιάρθρωσή της με αλλαγή της λειτουργίας

 της και του τρόπου ανάδειξης των δικαστών

--Κατάργηση βουλευτικής και υπουργικής ασυλίας

--Κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα

  και συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής

             --Ουσιαστικά δημοψηφίσματα για βασικά ζητήματα    

             --Χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος

Για να επιτευχθούν οι αλλαγές αυτές, ίσως και άλλες, χρειάζεται μια ευρύτερη κοινωνική κινητοποίηση που θα συγκροτηθεί σε πολιτικό υποκείμενο με διαβούλευση και ισχυρή βούληση για να τις αναδείξει.