[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 4 Απριλίου 2025]
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
oikonomouyorgos.blospot.com
ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚH ΓΙΑ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΚΑΙ
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
Η σημερινή πολιτική κατάσταση είναι αρκετά δύσκολη, ίσως από τις κρισιμότερες στο ελληνικό πολιτικό σύστημα μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Ο κύριος παράγοντας της κρίσης πρέπει να αναζητηθεί στην αλαζονική εξαετή διακυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη, μια συμμαχία Δεξιάς και Ακροδεξιάς, που κατάφερε να επικρατήσει με ανορθόδοξους αυταρχικούς τρόπους, με δημαγωγία και μεγάλα ασύστολα ψεύδη. Έχει καταφέρει έτσι να αλώσει όλον τον κρατικό μηχανισμό και τους κρατικούς θεσμούς, ώστε αυτοί να εργάζονται προς όφελός της και να παραπλανούν την κοινωνία με την πρωτοφανή προπαγάνδα γκεμπελικού τύπου. Αλλά και ιδιωτικοί θεσμοί εξαγορασμένοι από την κυβέρνηση όπως τα ιδιωτικά ΜΜΕ, εφημερίδες και κανάλια, συνεισέφεραν δεόντως στο αυταρχικό έργο της κυβέρνησης λειτουργώντας ως φερέφωνά της και δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό ακόμα και όταν αυτή ενεργεί αντισυνταγματικά.
Η πρόθεση του Μητσοτάκη να κυριαρχήσει παντού και να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του φάνηκε από την αρχή της θητείας του με τις τηλεφωνικές υποκλοπές από την ΚΥΠ, οι οποίες έγιναν υπό την αιγίδα του ίδιου και φαίνεται ότι τον έχουν εφοδιάσει με στοιχεία ικανά για να εκβιάζει και να εκφοβίζει τους αντιπολιτευόμενους, τους αντιπάλους και γενικώς κάθε επίδοξο αμφισβητία της δεξιάς μονοκρατορίας. Αιχμή της αυταρχικής κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί η φιλοχουντική ακροδεξιά (Βορίδης, Γεωργιάδης, Πλεύρης).
Από την άλλη, η κυβέρνηση έχει επιβάλλει αστυνομοκρατία προσπαθώντας να τρομοκρατήσει τους διαμαρτυρόμενους, διαλύοντας αυθαιρέτως και βιαίως κάθε ειρηνική διαδήλωση με κακοποιήσεις ατόμων, τραυματισμούς, βάναυσες συλλήψεις και ατιμωρησία των βιαιοπραγούντων αστυνομικών. Ταυτοχρόνως εκ μέρους των κυβερνητικών οργάνων έχουμε πρωτοφανείς διοικητικές, πειθαρχικές διώξεις συνδικαλιστών, κυρίως εκπαιδευτικών, που απειλούνται με δυνητική αργία. Εκ παραλλήλου οι κρατικοί θεσμοί δεν υπερασπίζονται την ελεύθερη έκφραση από τις επιθέσεις θρησκόληπτων, εθνικιστών και ακροδεξιών σε μειονότητες, καλλιτεχνικές εκθέσεις, θέατρα και σάτιρες. Διακυβεύονται δηλαδή βασικά δικαιώματα και ελευθερίες.
Ωστόσο, η δικαστική εξουσία αποδείχθηκε ανίκανη να τις προστατεύσει, αναδεικνυόμενη έτσι σε βασικό παράγοντα ανομίας και ανωμαλίας. Να σημειωθεί ότι αυτή είναι ο άλλος πυλώνας του συστήματος, που με διορισμένη ηγεσία από την κυβέρνηση, έχει καταντήσει βραχίονας της κυβερνητικής εξουσίας και το περιβόητο «κράτος δικαίου» είναι ανύπαρκτο με συνέπεια να μην αποδίδεται δικαιοσύνη στις μεγάλες πολιτικές και οικονομικές υποθέσεις (Siemens, Novartis, τηλεφωνικές υποκλοπές, 650 πνιγμένοι στην Πύλο, Τέμπη), ούτε επίσης σε μεγάλα εγκλήματα του κοινού δικαίου (υπόθεση του βιαστή Λιγνάδη, γενικευμένη διαφθορά σε κρατικούς θεσμούς και τοπική διοίκηση). Η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να αποτελέσει λύση στο πρόβλημα, αποτελεί μέρος του προβλήματος.
Σε αυτές τις αυθαιρεσίες και τους αυταρχισμούς συντελεί ένα μεγάλο μειονέκτημα του νεοελληνικού κοινοβουλευτισμού, το γεγονός ότι οι κυβερνώντες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του κοινού δικαίου και των δικαστηρίων αφού προστατεύονται από την υπουργική ασυλία που τους εξασφαλίζει απουσία ελέγχου και τιμωρίας. Η εξαίρεση των κυβερνώντων από τον κοινό νόμο είναι χαρακτηριστικό των απολυταρχικών καθεστώτων. Στο θεοκρατικό μοναρχικό Βυζάντιο λ.χ. ίσχυαν οι κανόνες: «Ο βσιλεύς τοις νόμοις ουχ υπόκειται» και «όπερ αρέσει τω βασιλεί νόμος εστίν». Έχει αποδειχθεί όμως ότι κάθε εξουσία διαφθείρει, και η απόλυτη διαφθείρει απόλυτα. Εδώ βρισκόμαστε.
Όλα τα ανωτέρω συνιστούν σοβαρές θεσμικές εκτροπές του κοινοβουλευτισμού και δεν έχουν καμία σχέση με δημοκρατικό πολίτευμα. Το λυπηρό είναι ότι διανοούμενοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι εξακολουθούν να αποκαλούν δημοκρατία αυτό το σύστημα του ενός ανδρός της οικογενειακής δυναστείας!
Ταυτοχρόνως η κυβέρνηση έχει υπονομεύσει συστηματικά τους δημόσιους κοινωφελείς οργανισμούς αποβλέποντας προφανώς στην ιδιωτικοποίησή τους, όπως έγινε στον ΟΣΕ και στη ΔΕΗ. Πράγματι, το ΕΣΥ, η δημόσια εκπαίδευση, το νερό, τα ΕΛΤΑ και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες κινδυνεύουν να γίνουν ιδιωτικό εμπόρευμα στον βωμό των κερδών του νεοφιλελευθερισμού, αφού απαξιώνονται ποικιλοτρόπως από την κυβέρνηση, υποστελεχώνονται και υποχρηματοδοτούνται. Αυτό θα έχει ολέθρια αποτελέσματα, πράγμα το οποίο συμπεραίνουμε από τα αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης στους δύο τομείς του ΟΣΕ και της ΔΕΗ: η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που δεν έχει (ασφαλή) σιδηρόδρομο και είναι η ακριβότερη χώρα στον τομέα της ενέργειας, παρανάλωμα στις ιδιωτικές ανεξέλεγκτες εταιρείες.
Αυτό το αντιδημοκρατικό, αντιλαϊκό, αυταρχικό καθεστώς έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα, και δεν μπορεί να βελτιωθεί από μόνο του. Συνεπώς πρέπει να αλλάξει ουσιαστικά, δηλαδή η πολιτειακή δομή μαζί με τους θεσμούς και το Σύνταγμα που την υποστηρίζουν. Το επιχείρημα ότι πρέπει να αλλάξει ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι η ίδια δομή υπήρχε και πριν, και οδήγησε στην οικονομική χρεοκοπία το 2010. Τότε όμως δεν αντιμετωπίσθηκαν οι δομικές αδυναμίες, διότι δόθηκε προτεραιότητα στο οικονομικό σκέλος και στην προσπάθεια εξόδου από τα δυσβάστακτα μνημόνια που γονάτισαν κοινωνία και οικονομία. Πέρασαν όμως από τότε δεκαπέντε έτη και ουδεμία ουσιαστική θεσμική και συνταγματική αλλαγή έγινε. Εάν δεν γίνουν και τώρα οι αναγκαίες αλλαγές, το μέλλον προοιωνίζεται ολέθριο με μεγαλύτερες θεσμικές και συνταγματικές εκτροπές. Στα αδιέξοδα και στην αποτυχία του κοινοβουλευτισμού μία είναι η λύση: δημοκρατία, δηλαδή συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας.
Δυστυχώς οι στόχοι αυτοί δεν αποτελούν διεκδικήσεις ούτε από το πολιτικό σύστημα ούτε από την κοινωνία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης Κέντρο, Αριστερά και ΚΚΕ δεν έχουν τις δυνάμεις, τις ικανότητες και την θέληση να δουν την πραγματικότητα και μένουν εγκλωβισμένα στην στείρα αντιπολίτευση, στις ιδεολογικές και δογματικές φαντασιώσεις τους. Γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική απογοήτευση και δυσπιστία απέναντι στα κόμματα που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, ενώ ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού απέχει από τις εκλογές ή στρέφεται προς την άκρα δεξιά έχοντας ταυτοχρόνως χάσει (δικαίως) την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς. Και εδώ μπορεί κανείς να αναζητήσει τις ευθύνες της κοινωνίας, αφού η αποτυχία και η παρακμή του πολιτικού συστήματος οφείλονται εν μέρει και στην μακρόχρονη πολιτική αδιαφορία και απάθεια της κοινωνίας για τα πολιτικά.
Οι τελευταίες όμως πρωτοφανείς και μεγαλειώδεις διαδηλώσεις για το έγκλημα των Τεμπών (26 Ιανουαρίου και 28 Φεβρουαρίου) σε όλη την Ελλάδα έδειξαν ότι η κοινωνία έχει αρχίσει να αφυπνίζεται και να εκδηλώνει την αντίθεσή της. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η αντίθεση. Εάν οδηγήσει μόνο σε κυβερνητική αλλαγή χωρίς ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, τότε θα διατηρηθούν και θα αναπαραχθούν τα αδιέξοδα του συστήματος. Αυτό έγινε στην κρίσιμη επίσης περίοδο της χρεοκοπίας με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση που δεν προέβη σε κάποια ουσιαστική θεσμική αλλαγή, διαψεύδοντας ελπίδες και σκορπώντας απογοήτευση. Για να οδηγήσει σε δημοκρατικές κατευθύνσεις η διαμορφωνόμενη πολιτική αντίθεση θα πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη από τα αποτυχημένα κόμματα, να συγκροτήσει κατάλληλες προτάσεις και συγκεκριμένους στόχους για θεσμικές αλλαγές. Πρότεινα κάποιες στο κείμενό μου «Δικαστική εξουσία χωρίς δικαιοσύνη» (εφσυν, 21/2/2025).